ἄγευστος

ἄγευστος
not tasting
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • άγευστος — η, ο (Α ἄγευστος, ον) 1. αυτός που δεν έχει γεύση 2. αυτός που δεν έχει ωραία γεύση, ανούσιος, άνοστος 3. αυτός που δεν δοκίμασε, που δεν γνώρισε κάτι, άπειρος, ανίδεος αρχ. 1. αυτός που δεν γεύεται ή δεν γεύτηκε κάτι 2. νηστικός 3. αυτός που δεν …   Dictionary of Greek

  • άγευστος — η, ο 1. αυτός που δεν ικανοποιεί τη γεύση, άνοστος: Τα φαγητά ήταν άγευστα. 2. άπειρος, αμέτοχος: Είχε την ατυχία να είναι άγευστος από κλασική παιδεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άγευστος — [агевстос] εχ. безвкусный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἄγευστον — ἄγευστος not tasting masc/fem acc sg ἄγευστος not tasting neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγεύστοις — ἄγευστος not tasting masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγεύστου — ἄγευστος not tasting masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγεύστους — ἄγευστος not tasting masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγεύστων — ἄγευστος not tasting masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγευστα — ἄγευστος not tasting neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγευστε — ἄγευστος not tasting masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.